Η επικήδεια ομιλία του Θανάση Τσιριγώτη για τον κ. Γιάννη

ΜΕΓΘΥΝΣΗ

Για το Γιάννη Κωνσταντάκη

 Ο θάνατος είναι ανεπίστροφο γεγονός! Αυτός που έφυγε, έφυγε οριστικά, πίσω αφήνει μνήμες και αναμνήσεις. Αλλά, ο αδόκητος θάνατος του Γιάννη Κωνσταντάκη μας αφήνει ένα κόμπο στο στομάχι, ένα κενό μεγαλύτερο και δυσαναπλήρωτο για τους δικούς του, μικρότερο αλλά υπαρκτό για όλους εμάς που τον γνωρίσαμε. Ως διευθυντή, ως συνάδελφο, ως φίλο.

 Ως τον άνθρωπο που κουβαλούσε το σχολείο μας μαζί του σαν η χελώνα το καβούκι της, παίρνοντας μαζί του στο σπίτι του τα προβλήματα, τα έγγραφα , τις έγνοιες και τις αγωνίες ενός ολόκληρου κόσμου. Μαθητών που είναι παιδιά ενός κατώτερου θεού, γονιών που βιώνουν μια κοινωνική κόλαση, εκπαιδευτικών που βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο.

Ο Γιάννης Κωνσταντάκης «σωματοποιούσε» τον σχολικό χώρο, παρά το γεγονός ότι ήταν μικρός το δέμας. Ήθελε να τρυπώνει από τις χαραμάδες των πραγμάτων, απέφευγε τις προσωπικές συγκρούσεις, άλλες φορές τα κατάφερνε άλλες όχι, αλλά κανείς δε μπορεί να του καταλογίσει ίδιον όφελος. Ίδιον όφελος το οποίο γιγαντώνει στις μέρες μας, φουντώνει τον εγωισμό, παραμερίζει το «εμείς» και φτωχαίνει τη ζωή μας.

 O Γιάννης Κωνσταντάκης, και δεν το λέμε με την έννοια του «ο νεκρός δεδικαίωται» ήταν ένας ανήσυχος και φιλήσυχος άνθρωπος. Ανήσυχος γιατί είχε την έγνοια των πολλών και φιλήσυχος γιατί επεδίωκε τη νηνεμία στο χώρο του σχολείου μας. Δεν μπορούμε να ξέρουμε τον εσωτερικό του κόσμο, αλλά είμαστε σίγουροι ότι ζούσε τις μικρές τρικυμίες όλου του κόσμου που κυβερνούσε τα τελευταία χρόνια.

 Η αναχώρηση του Γιάννη Κωνσταντάκη αναμφίβολα αφήνει ένα μεγάλο κενό. Θα μας λείπει η ρακή στο γραφείο του, η αθόρυβη παρουσία του, ένα αποτύπωμα στα πράγματα του σχολείου, ακόμα κι ο περίπατός του στο πάρκο Τρίτση, αλλά και στις εκδρομές που μιλούσε με γήινο θαυμασμό για τις πέτρες, την θάλασσα, τα δέντρα και τα βουνά. Αυτή η εμμονή του με τα χθόνια πράγματα, τους κήπους, τα πουλιά, τη βροχή, τον ήλιο, τις μυρωδιές οδηγούσε πολλές το συνάδελφο και διευθυντή μας να πασχίζει να οδηγεί τις διαδρομές μας. Από την Πάρνηθα ως τη Ζάκυνθο κι από το Λουτράκι ως τον κήπο του σχολείου, που δεν πρόλαβε να φυτέψει.

 Η μοίρα μπορέι να ‘ναι άδικη. Κόβει τα νήματα της ζωής απροσδόκητα, αδόκητα, ξαφνικά, αιφνιδιαστικά. Εκεί που σχεδιάζεις ένα ολόκληρο κόσμο, μικρό ή μεγάλο, η Ατροπός με το ψαλίδι έρχεται αμείλικτη. Ο μεγάλος περίπατος του Γιάννη κόπηκε αιφνίδια. Αλλά σ’ όλους εμάς μένει η φιγούρα του με θετικό ισοζύγιο.

 Εμείς θα τον θυμόμαστε έτσι, σαν σχολική σβούρα, σαν μαλακό μαξιλάρι που απορροφούσε κραδασμούς και υποσχόμαστε πως θα φτιάξουμε τον κήπο που ονειρεύτηκε.

Πως θα υπερασπίσουμε το σχολείο που διακονούσε γράφοντας νέα παιδιά, δουλεύοντας καλύτερα, περπατώντας και ονειρευόμενοι.

 Ο Κρητικός Γιάννης Κωνσταντάκης μπορεί να φεύγει ήσυχος ότι άφησε μια καλή σπορά πίσω του.

Καλό ταξίδι